Διατροφικές ΔιαταραχέςΕλληνικά

Γιατί οι δίαιτες αποτυγχάνουν

By Tuesday September 17th, 2019 No Comments

Το φαγητό παίζει κεντρικό ρόλο στην ελληνική κοινωνία και το ίδιο κάνουν και ασθένειες οι οποίες συνδέονται με τη διατροφή. Στις δυτικές χώρες, περίπου το 1/3 του πληθυσμού είναι υπέρβαρο και το 1/3 είναι παχύσαρκο. Αλλά, η πιο κοινή «ασθένεια» είναι οι επαναλαμβανόμενες δίαιτες. Η ζυγαριά μετατρέπεται σε εργαλείο για να σχετίζεται κανείς με το φαγητό. Υπάρχει ένα βασικό λάθος σε αυτήν την προσέγγιση. Το φαγητό γίνεται εχθρός. Κάποιος μπορεί να δημιουργήσει μία εξαρτητική σχέση με το φαγητό όπως κάποιος  άλλος με το κάπνισμα. Η διαφορά είναι ότι το κάπνισμα μπορεί να κοπεί, το φαγητό όμως όχι. Το φαγητό βρίσκεται παντού και παντού υπάρχει και η κοινωνική πίεση να το καταναλώσεις. Η φράση «Φάτε, αλλά μείνετε αδύνατοι» είναι βαθιά χαραγμένη στο υποσυνείδητο μας. Η ζωή γίνεται μία συνεχή πάλη και το φαγητό ένα βάρος. Με αποτέλεσμα να χάνεται και η απόλαυση για το φαγητό και τη ζωή.

Οι συνηθισμένες προσπάθειες να χάσει κανείς βάρος δεν είναι αποτελεσματικές. Από τα 20 άτομα τα οποία θε ξεκινήσουν μία προσπάθεια τα 19 θα αποτύχουν (95%) και τα περισσότερα δε θα έχουν μετά μόνο περισσότερο βάρος, αλλά και περισσότερο άγχος. Αυτό δεν αποτελεί ένα επιθυμητό αποτέλεσμα.

Μια υγιής προσέγγιση για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που σχετίζονται με το φαγητό, καλό είναι να επικεντρώνεται στην:

  • Υγεία
  •  Ευεξία
  •  Ποιότητα ζωής
  •  Αξιοπρέπεια

Δουλεύοντας με αυτά τα θέματα, οι ασθένειες οι οποίες σχετίζονται με τη διατροφή μπορούν να ξεπεραστούν, και, ναι, χάνεται αργά αλλά σταθερά το βάρος. Το μόνο που χρειάζεται είναι μια διαφορετική και πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση.

Γιατί οι δίαιτες είναι ανθυγιεινές και αποτυγχάνουν;

Οι δίαιτες δε φαίνεται να λειτουργούν, τουλάχιστον στους περισσότερους ανθρώπους. Μπορεί κάποιος να χάσει βάρος αλλά θα το ανακτήσει σύντομα πάλι, και ίσως περισσότερο από πριν. Στη συνέχεια αποδίδεται η αποτυχία σε προσωπική ανικανότητα, σε έλλειψη θέλησης κ.λπ. Όμως, το γεγονός ότι οι δίαιτες δε λειτουργούν δεν αποτελεί λάθος κανενός. Υπάρχουν σημαντικοί λόγοι που εξηγούν γιατί κάνουν περισσότερο κακό παρά καλό.

  1. Αν κάποιος είναι σε δίαιτα (δηλαδή με μειωμένες θερμίδες), ο οργανισμός υποθέτει ότι υπάρχει έλλειψη διαθέσιμης τροφής. Ως αποτέλεσμα, ο μεταβολισμός ή αλλιώς ο λεγόμενος «βασικός μεταβολικός ρυθμός», μειώνεται. Αυτό σημαίνει πως ο άνθρωπος θα πάρει βάρος με την ίδια διατροφή με την οποία ήταν σταθερός πριν κάνει τη δίαιτα. Ο κανόνας είναι: Όσο πιο πολλές δίαιτες κάνεις, τόσο πιο πολύ βάρος θα παίρνεις. Αυτό αποτελεί καθαρή φυσιολογία.
  2. Όταν κάποιος βρίσκεται σε δίαιτα περιορίζει τον εαυτό του από αυτό το οποίο επιθυμεί να φάει. Ο περιορισμός αυτός, αυξάνει την επιθυμία για αυτό.Κατά τη διάρκεια της δίαιτας, το άτομο είναι συνεχώς απασχολημένο με το φαγητό. Ακόμα και η απόφαση να ξεκινήσει δίαιτα, για παράδειγμα σε μία εβδομάδα, ένα άτομο αυξάνει την κατανάλωση τροφής μέχρι τότε. Και μετά τη δίαιτα να φάει με λαιμαργία περισσότερες από τις τροφές τις οποίες λαχταρούσε και είχε στερηθεί τόσο καιρό. Οι δίαιτες δε μειώνουν τις επιθυμίες, αντίθετα, τις αυξάνουν. Έτσι, είναι σχεδιασμένο να λειτουργεί το μυαλό μας.
  3. Συνήθως, το να κάνει κάποιος δίαιτα θεωρείται συνώνυμο δύναμης της θέλησης για να μπορεί να αντιμετωπίζει τη λαχτάρα να καταναλώνει φαγητό. Αυτό όμως, είναι εν μέρει αληθές. Η δύναμη της θέλησης είναι σαν ένας μυς.Υπάρχει μόνο μια περιορισμένη δύναμη διαθέσιμη.  Μπορούμε να αντισταθούμε σε ορισμένους πειρασμούς, αλλά αυτή η αντίσταση λειτουργεί όλο και λιγότερο. Παίρνουμε περίπου 200 αποφάσεις για το φαγητό την ημέρα (για το αν φάει κανείς ή όχι και τι). Αυτό είναι πέρα ​​από την ικανότητά του ανθρώπου να αντισταθεί στους πειρασμούς. Μία έρευνα έδειξε ότι τα παιδιά και οι έφηβοι έχουν περισσότερη θέληση από προηγούμενες γενιές, αλλά το θέμα είναι ότι στον σύγχρονο κόσμο οι πειρασμοί έχουν αυξηθεί δραματικά. Επιπλέον, όταν εξαντλείται η δύναμη της θέλησης στο φαγητό υπάρχει λιγότερη δύναμη θέλησης για άλλα θέματα,  όπως τη λήψη αποφάσεων και άλλων ζητημάτων της καθημερινότητας. Δηλαδή, ακόμα και αν κάποιος είναι σε θέση να διατηρήσει τη δύναμη της θέλησης για να μείνει σε μία δίαιτα, θα έχει λιγότερη για άλλα θέματα και θα κάνει κακές επιλογές. Οι δίαιτες οδηγούν σε ψυχολογική εξάντληση.
  4. Να κάνει κάποιος δίαιτα δεν αποτελεί μία φυσιολογική διαδικασία κατανάλωσης του φαγητού. Κάνοντας δίαιτα διαταράσσεται ακόμη περισσότερο η φυσική σχέση με το φαγητό και μετατρέπεται σε εξαρτητική και δυσλειτουργική. Η δίαιτα δηλαδή, αυξάνει το πρόβλημα το οποίο φαινομενικά θέλει να θεραπεύσει.

 

Ο μύθος σχετικά με τις θερμίδες

Το υπερβολικό βάρος και η παχυσαρκία προκύπτουν όταν κάποιος καταναλώνει περισσότερες θερμίδες από όσες καίει. Μία θερμίδα είναι μία θερμίδα. Αυτή την εξήγηση όλοι λίγο πολύ τη γνωρίζουμε. Όμως, αυτή η ιδέα είναι λανθασμένη. Σε ένα τέτοιο περίπλοκο θέμα όπως το φαγητό, τόσο απλές εξηγήσεις δε λειτουργούν. Μερικοί άνθρωποι με το ίδιο φαγητό και περίπου την ίδια σωματική άσκηση παίρνουν βάρος, ενώ άλλοι παραμένουν αδύνατοι. Γι’ αυτό πολλοί που επιμένουν πως τρώνε λίγο και παίρνουν βάρος δεν τους πιστεύουν. Φυσικά, μερικοί μπορεί να υποτιμούν την ποσότητα φαγητού που καταναλώνουν. Όμως, υπάρχουν διαφορετικοί λόγοι για τους οποίους οι άνθρωποι παίρνουν βάρος από τις ίδιες θερμίδες.  Μερικοί από αυτούς είναι: Πρώτον, ο βασικός μεταβολικός ρυθμός είναι διαφορετικός σε κάθε άνθρωπο. Δεύτερον, κάποιες τροφές πιο εύκολα αποθηκεύονται ως λίπος. Δηλαδή, η ποιότητα των τροφών μπορεί να είναι πιο σημαντική από τις θερμίδες που περιέχει. Τρίτον, η αντίδραση στη γλυκόζη, η λεγόμενη αντίσταση στην ινσουλίνη των κυττάρων μπορεί να είναι διαφορετική. Τέταρτον, οι θερμίδες που λαμβάνονται από την τροφή εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη χλωρίδα του εντέρου και η λειτουργία των εντέρων μπορεί να είναι πιο σημαντική από τις θερμίδες. Έτσι, η πρόσληψη θερμίδων δεν είναι το κλειδί για την υγεία.

Σωματική δραστηριότητα

Η λανθασμένη αυτή εξήγηση χρησιμοποιείται και για το πώς κάποιος θα μπορέσει να κάψει θερμίδες. Η επίδραση της σωματικής δραστηριότητας με σκοπό την απώλεια βάρους έχει απολύτως υπερεκτιμηθεί. Αυτό το οποίο καταφέρνουμε θερμιδικά να κάψουμε κατά τη διάρκεια μιας προπόνησης είναι ένα μικρό κομμάτι πίτσα. Ακόμα, το περπάτημα μίας ώρας μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματικό από το να χορέψει κανείς για 5 λεπτά. Επιπλέον, έχει να κάνει με τη σταθερότητα της άσκησης. Με τακτική σωματική άσκηση και αύξηση της μυϊκής μάζας σταδιακά αυξάνεται και ο βασικός μεταβολικός ρυθμός. Θα μπορούσε να αυξηθεί κατά 13 θερμίδες την ημέρα για κάθε κιλό μυϊκής μάζας που αποκτήθηκε. Αυτό δεν είναι πολύ. Για 2 κιλά περισσότερης μυϊκής μάζας (ένα ρεαλιστικό σενάριο) ισοδυναμεί έως και 1 κιλό λίπους που χάνεται σε ένα χρόνο. Τα άλλα αποτελέσματα της σωματικής δραστηριότητας μπορεί να προσθέσει μέχρι και για άλλο ένα ή δύο κιλά. Αυτό το αποτέλεσμα δεν είναι το επιθυμητό για αυτόν που κάνει δίαιτα. Οι υψηλές προσδοκίες αποτελούν την πρώτη εγγύηση της αποτυχίας στην προσπάθεια απώλειας βάρους.

Αυτοί που θέλουν να χάσουν βάρος αντιλαμβάνονται  το αποτέλεσμα της άσκησης στα κιλά που χάνουν. Θεωρούν την άσκηση σαν το πικρό χάπι που πρέπει να πάρουμε μέχρι η πραγματική ζωή να ξεκινήσει πάλι. Η σχέση της σωματικής δραστηριότητας και της απώλειας βάρους είναι διαφορετική. Πρώτον, η επίδρασή της είναι ήπια και χρειάζεται  χρόνο για να φανεί. Δεύτερον, αν θεωρηθεί ως ενοχλητική και καταναγκαστική υπονομεύει τη δύναμη της θέλησης, συμβάλλοντας σε μια κακή αίσθηση της ζωής. Αλλά όταν αυτή, θεωρείται ως σημαντικό μέρος της ζωής (όχι ως μια στρατηγική για να χαθεί βάρος), θα οδηγήσει σιγά-σιγά σε μια καλύτερη αίσθηση του σώματος, με περισσότερη θέληση και σε περισσότερη αυτοεκτίμηση. Τα παραπάνω είναι χαρακτηριστικά που θα βοηθήσουν γενικά αλλά και για μία καλύτερη σωματική και ψυχολογική λειτουργία. Επιπλέον, η άσκηση βελτιώνει το μεταβολισμό και το ανοσοποιητικό σύστημα και έχει ευεργετική επίδραση στη χλωρίδα του εντέρου.

Η χλωρίδα του εντέρου

Στο έντερό μας ζουν τρισεκατομμύρια μικρόβια. Έχουμε περίπου ένα κιλό ζωντανών οργανισμών στο πεπτικό μας σύστημα. Αυτό ονομάζεται εντερική χλωρίδα. Αυτά τα μικρόβια διαδραματίζουν ολοένα και σημαντικότερο ρόλο στην ιατρική έρευνα. Μερικοί λένε ότι είναι σαν δεύτερο νευρικό σύστημα. Κάποιοι μάλιστα λένε ότι είναι ένας δεύτερος εγκέφαλος. Σίγουρα, πρόκειται για μια περαιτέρω αίσθηση. Στο έντερό μας υπάρχουν εκατομμύρια νευρικές απολήξεις οι οποίες εξετάζουν το περιεχόμενο, δηλαδή την ποσότητα και την ποιότητα του φαγητού, στέλνουν πληροφορίες στον εγκέφαλο και περιμένουν οδηγίες πώς να λειτουργήσουν. Επιπλέον, οι μικροοργανισμοί στέλνουν ορμόνες στον εγκέφαλο. Τα μικρόβια που αγαπούν τη ζάχαρη στέλνουν πληροφορίες στον εγκέφαλο για να πάρουν «φρέσκια προμήθεια». Δηλαδή, τα μικρόβια θα αυξήσουν τη λαχτάρα για ορισμένες τροφές, π.χ., για γλυκά. Αυτό αποτελεί μέρος του εθισμού στη ζάχαρη. Τα μικρόβια διαμορφώνουν το πώς αισθανόμαστε και συμπεριφερόμαστε. Εξάλλου, σύμφωνα με τα μικρόβια μας, η πέψη των τροφών είναι διαφορετική. Μερικά μικρόβια θα πάρουν διπλές θερμίδες από το ίδιο φαγητό όπως και άλλα μικρόβια. Δηλαδή, το υπερβολικό βάρος, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη χλωρίδα του εντέρου. Ορισμένοι ερευνητές εκτιμούν ότι το 50% της παχυσαρκίας εξαρτάται από τη ζωή του εντέρου μας. Ωστόσο, η χλωρίδα του εντέρου εξαρτάται από τις τροφές που καταναλώνουμε. Δηλαδή, οι τροφές είναι σημαντικές όχι μόνο ανάλογα με την ποσότητα και τις θερμίδες τους. Η ποιότητα του φαγητού που τρώμε έχει τεράστιο αντίκτυπο στη λειτουργία του εντέρου, για τον τρόπο που αισθανόμαστε, σχετικά με την λειτουργία ολόκληρου του σώματος. Σε ένα ορισμένο βαθμό η ποιότητα των τροφών είναι πιο σημαντική από την ποσότητα.

 

Η ποιότητα των τροφών

Το φαγητό προσφέρει όλα όσα χρειάζεται ο οργανισμός μας. Αλλά τι χρειάζεται; Μερικοί διακρίνουν ως σημαντικά συστατικά τις πρωτεΐνες, τους υδατάνθρακες, τα λίπη, τις βιταμίνες και άλλες απαραίτητες ουσίες. Αυτή η άποψη όμως, δεν αρκεί. Για παράδειγμα, το κρέας θεωρείται πως ισοδυναμεί με πρωτεΐνη. Αλλά το μπρόκολο και οι πατάτες έχουν περισσότερη πρωτεΐνή, όταν πρόκειται για την επίδρασή τους στο σωματικό βάρος. Τα μακαρόνια συνήθως ισοδυναμούν με υδατάνθρακες. Αλλά, τα μακαρόνια ολικής αλέσεως, είναι πλούσια σε πρωτεΐνη, σε σίδηρο, ασβέστιο και φυτικές ίνες, κάτι που ως επί το πλείστον έχει παραμεληθεί σε όλες αυτές τις «τροφές-εξισώσεις».

Οι φυτικές ίνες είναι ουσίες οι οποίες δεν αφομοιώνονται παρόλο που είναι ζωτικής σημασίας για την καλή εντερική χλωρίδα, για την καλή πέψη και για την προσπάθεια απώλεια βάρους. Μία αργή αλλά αποτελεσματική στρατηγική για απώλεια βάρους είναι απλά να αυξήσει κανείς τις φυτικές ίνες στη διατροφή του.

Το λίπος έχει θεωρηθεί ως ο ένοχος της παχυσαρκίας. Αλλά αυτό αποδείχθηκε ότι δεν είναι αλήθεια. Προϊόντα με χαμηλά λιπαρά έχουν την τάση να αυξάνουν το βάρος και όχι να το μειώνουν. Σύμφωνα με αυτό, οι δίαιτες με χαμηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά είναι τόσο άχρηστες όσο οι δίαιτες χαμηλών υδατανθράκων. Τον τελευταίο καιρό η τάση οδηγεί στην αύξηση των προϊόντων με υψηλά λιπαρά. Το λίπος κάνει τις τροφές να είναι πιο γευστικές και να  χορταίνουν περισσότερο. Έτσι, καταναλώνουμε λιγότερο φαγητό.

Αν θα θέλαμε να μάθουμε ένα πράγμα από όλες τις έρευνες για τις δίαιτες είναι: Όλες οι απλές συνταγές δε λειτουργούν.

Η πείνα και ο κορεσμός

Όταν καταναλώνουμε την ποσότητα που χρειαζόμαστε έχουμε την αίσθηση του κορεσμού, τουλάχιστον αυτό συμβαίνει στα περισσότερα άτομα με φυσιολογικό βάρος. Ωστόσο, ο μηχανισμός αυτός δε λειτουργεί ικανοποιητικά στα περισσότερα υπέρβαρα και παχύσαρκα άτομα. Ο εγκέφαλός τους δεν αντιδράει στις ορμόνες και τα σήματα του κορεσμού. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον όλες οι προσπάθειες για τη ρύθμιση του κορεσμού με φάρμακα απέτυχαν. Όταν η εσωτερική αίσθηση έχει χαθεί, όπως και σε πολλούς από εμάς, μας οδηγεί να βασιζόμαστε σε εξωτερικά σήματα για να ξέρουμε πότε έχουμε φάει αρκετά. Σε ένα πείραμα, όπου οι άνθρωποι πήραν την τροφή τους μέσω ενός κλειστού σωλήνα όπου δεν μπορούσαν να ελέγξουν με τα μάτια πόσο έφαγαν, τα άτομα με φυσιολογικό βάρος κατανάλωσαν περίπου την ίδια ποσότητα και θερμίδες σε κάθε γεύμα. Αντίθετα, τα παχύσαρκα άτομα δεν είχαν κάποιο μοτίβο. Κάποιες φορές  κατανάλωσαν μεγάλες ποσότητες, άλλες φορές μικρές, στην πραγματικότητα όμως, τις περισσότερες φορές μικρές. Αυτό σχετίζεται με τις δηλώσεις που κάνουν οι παχύσαρκοι άνθρωποι ότι δηλαδή δεν καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες φαγητού. Αυτό ισχύει τις περισσότερες φορές. Στην περίπτωση με το παραπάνω πείραμα κατανάλωσαν περισσότερο φαγητό γιατί κάποιες φορές έφαγαν τεράστιες ποσότητες χωρίς να το αντιληφθούν.

Ο κορεσμός εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της τροφής που τρώμε. Η ζάχαρη και το επεξεργασμένο (λευκό) αλεύρι δημιουργούν μία διαταραχή στο μεταβολισμό, την  αντιδραστική υπογλυκαιμία, η οποία αυξάνει την όρεξη και την επιθυμία για περισσότερο φαγητό. Για να αποφύγουν τα γλυκά, ορισμένοι χρησιμοποιούν γλυκαντικές ουσίες όπως την ασπαρτάμη ή τη στέβια. Αλλά αυτή η επιλογή φαίνεται να είναι χειρότερη. Με αυτόν τον τρόπο δίνουν στον εγκέφαλο την αίσθηση ότι κάτι γλυκό έρχεται μέσα στο σώμα. Όμως, τα αισθητήρια όργανα στο έντερο σηματοδοτούν το αντίθετο και ο εγκέφαλος αισθάνεται ότι εξαπατήθηκε. Αυτή είναι η εξήγηση  που οι επιστήμονες δίνουν στο γεγονός ότι οι άνθρωποι οι οποίοι χρησιμοποιούν γλυκαντικές ουσίες καταναλώνουν περισσότερες θερμίδες, αποκτούν περισσότερο βάρος, έχουν μία κακή χλωρίδα εντέρου και κακό μεταβολισμό (μεγαλύτερη αντίσταση γλυκόζης).

Η αποκατάσταση του αισθήματος κορεσμού είναι μία δύσκολη διαδικασία και οποιαδήποτε στρατηγική για τη βελτίωση του μεταβολισμού και απώλειας βάρους θα πρέπει να έχει ως στόχο να βελτιώσει αυτό αίσθημα. Οι δίαιτες όμως, δεν έχουν ως στόχο αυτήν την αποκατάσταση. Η πιο γνωστή στρατηγική της διατροφής, η οποία θεωρείται σήμερα ως ξεπερασμένη, είναι να έχουμε συχνά μικρά γεύματα. Η λογική αυτής της συμβουλής ήταν να κρατήσει το μεταβολισμό ενεργό και να μην προκαλείται οποιαδήποτε διαταραχή. Αυτή η στρατηγική είναι χρήσιμη σε μερικούς ανθρώπους. Θα μπορούσαμε να τους αποκαλούμε « οι τρώνε σαν κοτόπουλο στυλ». Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν οι άνθρωποι οι οποίοι τρώνε λίγο φαγητό σε μικρά τακτά διαστήματα (ανά 2-3 ώρες περίπου) και αισθάνονται καλά με αυτό. Υπάρχουν άλλοι που είναι καλύτερα με ένα καλό γεύμα την ημέρα (αυτοί οι οποίοι «τρώνε σαν λιοντάρι στυλ»). Όταν οι διαιτολόγοι προσπαθούν να βάλουν τα «λιοντάρια» σε ένα διατροφικό πρόγραμμα να τρώνε σαν ένα «κοτόπουλο», τα «λιοντάρια» νιώθουν άσχημα και το πρόγραμμα τους δεν είναι αποτελεσματικό. Ένα λιοντάρι χρειάζεται ποσότητα για να χορτάσει και με τα μικρά γεύματα δυσκολεύεται πολύ. Τα τελευταία χρόνια τα «λιοντάρια» έδωσαν μάχη για αυτό. Υπάρχουν πολλά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι να μείνει κανείς χωρίς τροφή για το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, τουλάχιστον για 14-16 ώρες είναι μία εξαιρετική διαδικασία. Πολλοί μπορούν να χάσουν βάρος τρώγοντας ό,τι τους αρέσει και όσο τους αρέσει, αλλά μόνο μέσα σε ένα χρονικό διάστημα 8 ωρών, ας πούμε 12-8. Αυτή η τεχνική ονομάζεται «16 / 8» και έχει πολλά οφέλη. Για παράδειγμα, το σώμα προκαλείται και η πρόκληση αυτή αποτελεί μια καλή άσκηση για το μεταβολισμό. Η δύναμη της θέλησης μπορεί να εκπαιδευτεί. Η όρεξη είναι αισθητή και πάλι. Επιπλέον, για ένα μεγάλο αριθμό ωρών δε μας απασχολεί για το αν πρέπει να φάμε ή όχι. Οι 200 επιλογές φαγητών που πρέπει να κάνουμε την ημέρα μειώνονται σημαντικά. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, όμως, ότι αυτοί οι οποίοι ανήκουν στο διατροφικό στυλ «κοτόπουλου» το 16/8 δεν είναι η κατάλληλη επιλογή. Ο μεταβολισμός διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο και ο καθένας πρέπει να βρει το προσωπικό του στυλ.

 

Οι συνήθειες του φαγητού

Το να τρώει κανείς έχει να κάνει περισσότερο με τις συνήθειες από ότι με την πείνα και την όρεξη. Τρώμε σε συγκεκριμένες ώρες, σε ορισμένα μέρη (π.χ. το βράδυ μπροστά στην τηλεόραση), για να κοινωνικοποιηθούμε κλπ. Ορισμένες από αυτές τις συνήθειες είναι πολύ χρήσιμες και λογικές, κάποιες άλλες δεν είναι. Μπορούμε και τρώμε γρήγορα, όταν στεκόμαστε, όταν περπατάμε, στο αυτοκίνητο ή μπροστά στον υπολογιστή. Μια προσέγγιση για να χάσει κάποιος βάρος είναι να μπορεί να συνεργαστεί με αυτές τις συνήθειες όπως για παράδειγμα το μέγεθος των πιάτων, με τις ποσότητες φαγητού, με το πού και πώς τρώει. Αυτή η προσέγγιση δεν ασχολείται καθόλου με το περιεχόμενο των τροφών. Απλά χρειαζόμαστε να δημιουργήσουμε μία καινούργια ρουτίνα. Η στρατηγική αυτή είναι διαφορετική και αποτελεσματική.

Να τρώμε με επίγνωση έχει ως στόχο να εκτιμήσουμε την ποιότητα και τη γεύση των τροφών. Έτσι θα εκτιμήσουμε την ποιότητα και τη γεύση της ζωής, γενικότερα. Εστιάζοντας σε μια πιο ποιοτική ζωή θα επιβραδύνουμε τάση για κατανάλωση ανθυγιεινών τροφών. Δε θα τρώει πια κάποιος στο αυτοκίνητο ή μπροστά στην τηλεόραση (η οποία τακτική, σύμφωνα με όλες τις έρευνες είναι η χειρότερη για την αύξηση του σωματικού βάρους). Σιγά-σιγά το φαγητό γίνεται έκφραση αξιοπρέπειας και αυξάνει την αυτοεκτίμηση.

Ωστόσο, η αλλαγή μιας συνήθειας είναι δύσκολη. Επιμείνουμε σε ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής που έχουμε συνηθίσει. Μερικές φορές αυτό είναι μόνο ένα θέμα συνήθειας, μια ανόητη επανάληψη. Αλλά τις περισσότερες φορές είναι μια έκφραση των συναισθημάτων μας. Η κατανάλωση φαγητού και ιδιαίτερα η υπερκατανάλωση τροφής, συχνά, είναι βαθιά ριζωμένη στην ψυχολογική σφαίρα.

Η ψυχολογία της διατροφής

Η σχέση της διατροφής με τα συναισθήματα μας και τις διατροφική μας συμπεριφοράς είναι πολύπλοκη. Μερικές φορές το φαγητό αποτελεί ένα ηρεμιστικό, μερικές φορές λειτουργεί ως επιβράβευση στον εαυτό μας ή ως αυτο-τιμωρία και άλλες φορές ως ένας τρόπος για να αποφευχθεί η πλήξη. Κυρίως είναι απλώς μια αυτο-επαναλαμβανόμενη συνήθεια, η οποία, συχνά,  κληρονομείται από προηγούμενες γενιές και αναπτύσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο των πεποιθήσεων. Η σχέση μας με το φαγητό (το πώς, το τι και το πόσο τρώμε όταν τρώμε) έχει σημαντικές επιπτώσεις στην ικανοποίηση των αναγκών του σώματός μας ή στη δυσαρέσκεια αυτών. Αντίστροφα η ικανοποίηση του σώματός μας ή δυσαρέσκεια αλλάζει τις διατροφικές μας συνήθειες. Να έχουμε απλά επίγνωση  πώς και τι  τρώμε αποτελεί από τις πιο ισχυρές μεθόδους για να ξεπεραστούν τα προβλήματα που σχετίζονται με το φαγητό. Αλλά για να επιτευχθεί αυτό, μία μικρή προσπάθεια είναι αναγκαία. Με αυτόν τον τρόπο η προσπάθεια φαντάζει πιο μικρή από οποιαδήποτε δίαιτα. Να μάχεται κανείς μόνος του για τον εαυτό του είναι σπάνια αποτελεσματικό. Πρακτικά οι ομάδες υποστήριξης είναι ο καλύτερος τρόπος για να ξεπεραστούν τα ανθυγιεινά πρότυπα συμπεριφοράς.

Αποτελεσματική απώλεια βάρους και βελτίωση της υγείας

Οι αποτελεσματικές στρατηγικές για να χάσουμε βάρος, δε έχουν άμεσα αποτελέσματα. Είναι αποτελεσματικές σε μακροπρόθεσμη βάση. Αλλά είναι αποτελεσματικές. Υπάρχουν διάφορες μέθοδοι για να γίνει αυτό όπως χρησιμοποιώντας διαφορετικούς σωματικούς, ψυχολογικούς και κοινωνικούς μηχανισμούς. Κάθε άτομο θα πρέπει να βρει τη δική του πιο κατάλληλη τεχνική. Αλλά πώς γίνεται αυτό; Ο στόχος είναι να δημιουργηθεί μία αλλαγή συμπεριφοράς. Η προσπάθεια να χάσουν τα άτομα βάρος δεν θα πρέπει να αποτελεί απλά μια φάση μέχρι να ξεκινήσει η πραγματική τους ζωή. Είναι η πραγματική ζωή, αλλά η αρχή μιας άλλης ζωής. Η αντίληψη πως πρώτα πρέπει να χάσουμε βάρος και στη συνέχεια να αισθανόμαστε καλύτερα δε λειτουργεί. Να αισθανόμαστε καλύτερα κατά τη διαδικασία της απώλειας βάρους είναι απαραίτητη. Ξεκινά με την πεποίθηση ότι θα μπορούσαμε να κάνουμε κάτι για μας, για τους εαυτούς μας και ότι έχουμε εισέλθει σε πορεία βελτίωσης. Η τιμωρία, η παραίτηση και η καταπίεση δεν οδηγούν σε μια καλύτερη ποιότητα ζωής, ακόμα και αν έχουν χαθεί 5 ή 10 κιλά λίπους.